Σάββατο, 4 Μαΐου 2013

Ω γλυκύ μου Έαρ...














Αι γενεαί πάσαι, ύμνον τη Ταφή Σου, προσφέρουσι Χριστέ μου.
Καθελών του ξύλου, ο Αριμαθείας, εν τάφω Σε κηδεύει.
Μυροφόροι ήλθον, μύρα σοι, Χριστέ μου, κομίζουσαι προφρόνως.
Δεύρο πάσα κτίσις, ύμνους εξοδίους, προσοίωμεν τω Κτίστη.
Ούς έθρεψε το μάννα, εκίνησαν την πτέρναν, κατά του ευεργέτου.
Ιωσήφ κηδεύει, συν τω Νικοδήμω, νεκροπρεπώς τον Κτίστην.

Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;
Υιέ Θεού παντάναξ, Θεέ μου πλαστουργέ μου, πώς πάθος κατεδέξω;
Έρραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα, λίαν πρωί ελθούσαι.
Ω Τριάς Θεέ μου, Πατήρ Υιός και Πνεύμα, ελέησον τον κόσμον.
Ιδείν την του Υιού σου, Ανάστασιν, Παρθένε, αξίωσον σους δούλους.

Η ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής είναι μια από τις πλέον χαρακτηριστικές του Εκκλησιαστικού έτους, με τις ακολουθίες της, το λειτουργικό και υμνογραφικό πλούτο της.
Είναι η πιο θλιβερή μέρα του χρόνου. Όλη την ημέρα χτυπά η καμπάνα πένθιμα.
Την Μεγάλη Παρασκευή έχουμε την κορύφωση του θείου δράματος, τελείται η «Ακολουθία των Παθών».
Το πρωί οι πιστοί συρρέουν στις εκκλησίες του Δαδιού ή στο Μοναστήρι  και παρακολουθούν την τελετή της αποκαθήλωσης
Στο τέλος λένε το μοιριολόγι της Παναγίας (Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα...).
Το βράδυ, κρατώντας αναμμένα κεριά, ακολουθούν τις περιφορές των τεσσάρων  Επιταφίων (της Παναγίας / Μητρόπολης, του Αγίου Βλασίου, του Αγίου Δημητρίου και του Αγίου Ευσταθίου), που είναι στολισμένοι με πολύχρωμα λουλούδια.
Κατά τη διάρκεια της περιφοράς των Επιταφίων,τοποθετούν αναμμένα κεριά και θυμιάματα μπροστά από το κατώφλι της εξώπορτας, ή στα μπαλκόνια των σπιτιών.
Μετά την περιφορά οι πιστοί εισέρχονται πάλι στο ναό, αλλά  περνώντας κάτω από τον Επιτάφιο.Στο τέλος παίρνουν  λουλούδια του Επιταφίου και τα τοποθετούν στο εικόνισμα.

Οι γιαγιάδες μας πρωί πρωί πήγαιναν να μαζέψουν αγριολούλουδα (μαργαρίτες, κρινάκια...) και στη συνέχεια στόλιζαν τον επιτάφιο.Υπήρχε βέβαια και ο συναγωνισμός: ποια ενορία θα είχε τον καλύτερο επιτάφιο,το βράδυ στη συνάντηση των επιταφίων στην πάνω πλατεία.
 Το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας το περνούσαν στην εκκλησία όπου έψαλλαν τα εγκώμια και το μοιρολόι της Παναγιάς.Δε μαγείρευαν,δεν έπιναν κρασί, δεν έστρωναν τραπέζι όλη μέρα παρά έβαζαν στο τραπέζι ένα πιάτο με ξύδι όπου όλοι βουτούσαν το ψωμί και το γεύονταν για να συμμεριστούν το Πάθος του Χριστού. Σύμφωνα με την παράδοση τη το ράψιμο και το κάρφωμα είναι δουλειές απαγορευμένες.
 Είναι ημέρα αργίας, νηστείας και  πένθους .

Ε΄Τάξη


  Το μοιρολόι της Παναγιάς

Σήμερα μαύρος Ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,

σήμερα όλοι θλίβουνται και τα βουνά λυπούνται,




σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυλιά κι' οι τρισκαταραμένοι

για να σταυρώσουν το Χριστό, τον Αφέντη Βασιλέα.

Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι

να λάβει δείπνον μυστικόν για να τον λάβουν όλοι.

Κι' η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,

τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της.

Φωνή τους ήρθ' εξ Ουρανού απ' Αρχαγγέλου στόμα:

-Φτάνουν κυρά μου οι προσευχές, φτάνουν κι' οι μετάνοιες,

το γυιό σου τον επιάσανε και στο φονιά τον πάνε

και στου Πιλάτου την αυλή εκεί τον τον τυραγνάνε.

-Χαλκιά-χαλκιά, φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.

Και κείνος ο παράνομος βαρεί και φτάχνει πέντε.

-Συ Φαραέ, που τά 'φτιασες πρέπει να μας διδάξεις.

-Βάλε τα δυο στα χέρια του και τ' άλλα δυο στα πόδια,

το πέμπτο το φαρμακερό βάλε το στην καρδιά του,

να στάξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του.

Κι' η Παναγιά σαν τάκουσε έπεσε και λιγώθη,

σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο

για να της ερθ' ο λογισμός, για να της έρθει ο νους της.

Κι' όταν της ηρθ' ο λογισμός, κι' όταν της ηρθ' ο νους της,

ζητά μαχαίρι να σφαγεί, ζητά φωτιά να πέσει,

ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για το μονογενή της.

-Μην σφάζεσαι, Μανούλα μου, δεν σφάζονται οι μανάδες

Μην καίγεσαι, Μανούλα μου, δεν καίγονται οι μανάδες.

Λάβε, κυρά μ' υπομονή, λάβε, κύρά μ' ανέση.

-Και πώς να λάβω υπομονή και πώς να λάβω ανέση,

που έχω γυιο μονογενή και κείνον Σταυρωμένον.

Κι' η Μάρθα κι' η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα

και του Ιακώβου η αδερφή, κι' οι τέσσερες αντάμα,

επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι

και το στρατί τους έβγαλε μες του ληστή την πόρτα.

-Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.

Κι' η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.

Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,

τηράει δεξιώτερα βλέπει τον Αϊγιάννη,

Αγιέ μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γυιου μου,

μην είδες τον υγιόκα μου και τον διδάσκαλόν σου;

-Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω,

δεν έχω χεροπάλαμα για να σου τόνε δείξω.

Βλέπεις Εκείνον το γυμνό, τον παραπονεμένο,

οπού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,

οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;

Αυτός είναι ο γυιόκας σου και με ο δάσκαλός μου!

Κι' η Παναγιά πλησίασε γλυκά τον αγκαλιάζει.

-Δε μου μιλάς παιδάκι μου, δε μου μιλάς παιδί μου;

-Τι να σου πω, Μανούλα μου, που διάφορο δεν έχεις·

μόνο το μέγα-Σάββατο κατά το μεσονύχτι,

που θα λαλήσει ο πετεινός και σημάνουν οι καμπάνες,

τότε και συ, Μανούλα μου, θάχεις χαρά μεγάλη!

Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα Ουράνια,

σημαίνει κι' η Άγια Σοφία με τις πολλές καμπάνες.

Όποιος τ' ακούει σώζεται κι' όποιος το λέει αγιάζει,

κι' όποιος το καλοφουγκραστεί Παράδεισο θα λάβει,

Παράδεισο και λίβανο απ' τον Άγιο Τάφο.
 (Παράδοση  Αμφίκλεια)