Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Το έπος του 1940, από τον χρωστήρα των Ελλήνων ζωγράφων.

Γι’ αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν/ κακό θ’ ανάψει εδώ. Μην απελπίζεται ο σταυρός/ μόνο ας προσευχηθούν μακριά του οι μενεξέδες». Οδυσσέας Ελύτης Η 28η Οκτωβρίου 1940 αποτελεί ένα κορυφαίο ιστορικό γεγονός για την Ελλάδα, αλλά και για ολόκληρο τον κόσμο, μιας και εντάσσεται και στο σκηνικό του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Κατ’ ουσίαν αποτέλεσε την πρώτη ήττα του «Άξονα» προκαλώντας τους προβληματισμούς των αντιπάλων και τις ελπίδες των υποταγμένων. Συνήθως η αρθρογραφία όταν αναφέρεται σε αυτό το γεγονός περιλαμβάνει το έπος του 40, την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Όλο αυτό το υλικό δεν μπορεί να συνοψίζεται σε ένα άρθρο λόγω του τεράστιου υλικού το οποίο υπάρχει. Στο παρόν κείμενο θα γίνει αναφορά μόνο στην εποποιία της Αλβανίας, μέσα από το βλέμμα και την πένα των Ελλήνων Λογοτεχνών. Ξεκινώντας από την πρώτη ημέρα του πολέμου 28 Οκτωβρίου 1940 συναντούμε το βιβλίο «Γιώργος Σεφέρης Μέρες Γ’ 16 Απρίλη 1934-14 Δεκέμβρη 1940» (Εκδ, ΙΚΑΡΟΣ). Εκεί ο Σεφέρης, ο οποίος ως γνωστόν υπήρξε στέλεχος του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, θα γράψει: «Δευτέρα 28. Κοιμήθηκα δύο το πρωί, διαβάζοντας Μακρυγιάννη. Στις τρεις και μισή μια φωνή μέσα από το τηλέφωνο με ξύπνησε: «έχουμε πόλεμο». Τίποτα άλλο. Ο κόσμος είχε αλλάξει. Η αυγή, πουλίγο αργότερα είδα να χαράζει πίσω απ’ τον Υμηττό, ήταν άλλη αυγή: άγνωστη. Περιμένει ακόμη εκεί που την άφησα. Δεν ξέρω πόσο θα περιμένει, αλλά ξέρω πως θα φέρει το μεγάλο μεσημέρι». Στη συνέχεια αναφέρει πως έφτασε στο Υπουργείο Εξωτερικών και πως συνέταξαν το διάγγελμα του βασιλιά. Στις 10 Νοεμβρίου 1940 δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Νέα Ελλάς» η διαμαρτυρία των Ελλήνων διανοουμένων: «Είναι δύο εβδομάδες τώρα, που ένα τελεσίγραφο μοναδικό στα διπλωματικά χρονικά των Αθηνών για το περιεχόμενον, την ώρα και τον τρόπο που το παρουσίασεν η Ιταλία κάλεσε την Ελλάδα να της παραδώση τα εδάφη της, να αρνηθή την ελευθερία της και να κατασπιλώση την τιμήν της. Οι Έλληνες δώσαμε στην ιταμή αυτή αξίωση της φασιστικής βίας, την απάντησι που επέβαλαν τριών χιλιάδων ετών παραδόσεις, χαραγμένες βαθιά στην ψυχή μας, αλλά και γραμμένες στην τελευταία γωνιά της ιερής γης, με το αίμα των μεγαλυτέρων ηρώων της ανθρώπινης ιστορίας. "Και αυτή τη στιγμή κοντά στο ρεύμα του Θυάμιδος και στις χιονισμένες πλαγιές της Πίνδου και των Μακεδονικών βουνών πολεμούμε, τις περισσότερες φορές με τη λόγχη, αποφασισμένοι να νικήσουμε ή να αποθάνουμε μέχρις ενός. Σ’ αυτό τον άνισο σκληρότατο αλλά πεισματώδη αγώνα, που κάνει τον λυσσασμένο επιδρομέα να ξεσπάζη κατά των γυναικών, των γερόντων και των παιδιών, να καίη, να σκοτώνη, να ακρωτηριάζη, να διαμελίζη τους πληθυσμούς στις ανοχύρωτες και άμαχες πόλεις μας και στα ειρηνικά χωριά μας, έχουμε το αίσθημα ότι δεν υπερασπιζόμαστε δική μας μόνον υπόθεση: Ότι αγωνιζόμεθα για την σωτηρία όλων εκείνων των Υψηλών αξιών που αποτελούν τον πνευματικό και ηθικό πολιτισμό, την πολύτιμη παρακαταθήκη που κληροδότησαν στην ανθρωπότητα οι δοξασμένοι πρόγονοι και που σήμερα βλέπουμε να απειλούνται από το κύμα της βαρβαρότητος και της βίας. "Ακριβώς αυτό το αίσθημα εμπνέει το θάρρος σε μας τους Έλληνες διανοουμένους, τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, ν’ απευθυνθούμε στους αδελφούς μας όλου του Κόσμου και να ζητήσουμε όχι την υλική αλλά την ηθική βοήθεια τους. Ζητούμε την εισφορά των ψυχών, την επανάστασι των συνειδήσεων, το κήρυγμα, την άμεση επίδρασι, παντού όπου είναι δυνατόν, την άγρυπνη παρακολούθησι και την ενέργεια για ένα καινούργιο πνευματικό Μαραθώνα που θα απαλλάξει τα δυναστευόμενα Έθνη από τη φοβέρα της πιο μαύρης σκλαβιάς που γνώρισε ως τώρα ο κόσμος. Κωστής Παλαμάς, Σπύρος Μελάς, Άγγελος Σικελιανός, Γεώργιος Δροσίνης, Σωτήρης Σκίπης, Δημήτριος Μητρόπουλος, Κ. Δημητριάδης, Νικόλαος Βέης, Κ. Παρθένης, Ιωάννης Γρυπάρης, Γιάννης Βλαχογιάννης, Στρατής Μυριβήλης, Κώστας Ουράνης, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς, Αρίστος Καμπάνης.» Στις 15 Νοεμβρίου 1940 δημοσιεύεται άρθρο του Στρατή Μυριβήλη «Η ώρα της Ιστορίας» στο περιοδικό Νέα Εστία τεύχος 334. Εκεί ο Μυριβήλης ανάμεσα στα άλλα θα γράψει: «...Αυτή η ομοθυμία των δέκα εκατομμυρίων Ελλήνων, με την οποία αντίκρυσαν το φοβερό γεγονός του πολέμου, είναι θαρρώ το πιο σπουδαίο φαινόμενο στην ιστορία του έθνους μας ολόλκληρη. Η Ελλάδα σύσσωμη, σύψυχη, στάθηκε μπροστά στο ανοιχτό βιβλίο της Μοίρας και υπαγορεύει το νέο κεφάλαιο της ιστορίας της (...) Αυτό το θάμα δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται μέσα στην ιστορία της φυλής. Δε θα ‘ναι και η στερνή. Γιατί η Ελλάδα, μέσα στο προνομιούχο κύτταρο της , είναι ένας αιώνια νέος και ολοζώντανος οργανισμός. Είναι η ίδια η έννοια της νιότης, ενσαρκωμένη σε μια ράτσα εύστροφη, ευφάνταστη, γεμάτη πείσμα και γοητευική τρέλα. Απ’ την άλλη μεριά των συνόρων μας χτυπά ένας λαός 45 εκατομμυρίων. Τον νικούμε γιατί είμαστε μια φυλή αρσενική και λεύτερη, κι είναι μια φυλή από 45 εκατομμύρια σκλάβους. Είναι ένας αγώνας άνισος αυτός και οι λαοί του κόσμου, οχτροί και φίλοι και αδιάφοροι, τον παρακολουθούν με κατάπληξη. Ποιο θα ‘ναι το τελος του; Ελάχιστα ενδιαφέρει αυτό το τέλος. Ολάκερη η δικαίωσή μας στέκεται στην αρχή...» Η ποίηση έχει ίσως την αφάνταστη δυνατότητα να συλλαμβάνει τα γεγονότα με ιδιαίτερο τρόπο και να συνοψίζει νοήματα και μηνύματα που προέρχονται από μια βαθιά ενόραση και έμπνευση των ποιητών. Έτσι λοιπόν και το έπος του 40 αποδώθηκε, θα τολμούσαμε να πούμε, μέσα από την γραφή των ποιητών, χωρίς βέβαια να υποτιμάται η μεγάλη ιστορική βιβλιογραφία πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Ο Κωστής Παλαμάς θα γράψει το ποίημα Στη νεολαία μας: «Αυτό κρατάει ανάλαφρο μες στην ανεμοζάλη/ το από του κόσμου τη βοή πρεσβυτικό κεφάλι/ αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα:/ Μεθύστε με τα’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα». Ο Άγγελος Σικελιανός θα δημοσιεύσει στις 15 Νοεμβρίου 1940 στη Νέα Εστία το ποίημα «Εικοσιοχτώ του Οχτώβρη 1940». «…Κανείς δεν θα ξεφύγει τη γενιά του!/το βάρος της θα σπάσει ως τη στιγμή/ που βγαίνοντας από τη λησμονιά του/ στο φως που πια δεν στέκουν δισταγμοί/ Ελέγαμε: Ένα Μαραθώνα ακόμα! Ελέγαμε: Μια Σαλαμίνα ακόμα! Ελέγαμε:/ Ακόμα ένα εικοσιένα! Κι ήρτες τέλος συ, Μητέρα-Μέρα, όπου αγκάλιασες κι ανύψωσες ολόκληρα τα περασμένα στον ανώτατο λυτρωτικό σκοπό τους, στον υπέρτατο τους ηθικόν Ιστορικό Ρυθμό!/ Ω δικαίωση όλων των ελληνικών αγώνων! Ω ύψιστη ηθική στροφή μέσα στο χάος ολόκληρου του Κόσμου! Και μαζί, ω γιγάντια πλέρια ιστορική καταβολή, από την οποία,..Νικητές, οι Έλληνες, θα ξεκινήσουμε αύριο, πρωτοπόροι της ανάπλασης ολόκληρης της γης!...» Ο Τίμος Μωραϊτίνης θα γράψει το ποίημα «Ελληνίδες»: «Μερόνυχτα σκυμμένη στέκει/ και ξενυχτάει δουλεύοντας για την Πατρίδα/ κι ενώ σκυμμένη πλέκει/ έχει ψηλά το μέτωπο η Ελληνίδα./ Και τα βελόνια γίνονται σπαθιά/ που βγαίνουν απ’ τη χρυσή τους θήκη/ ν’ αγωνιστούνε με το νιο πολεμιστή./ Και πλέκουν ως τη νύχτα τη βαθιά/ κι είναι άσωστη κι ατέλειωτη η κλωστή, όσο κι η Νίκη».

Διαβάστε περισσότερα στο: http://www.in2life.gr/culture/book/article/191493/h-ellhnikh-logotehnia-mas-taxidefei-sto-1940.html
Πηγή: www.in2life.gr
Γι’ αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν/ κακό θ’ ανάψει εδώ. Μην απελπίζεται ο σταυρός/ μόνο ας προσευχηθούν μακριά του οι μενεξέδες». Οδυσσέας Ελύτης Η 28η Οκτωβρίου 1940 αποτελεί ένα κορυφαίο ιστορικό γεγονός για την Ελλάδα, αλλά και για ολόκληρο τον κόσμο, μιας και εντάσσεται και στο σκηνικό του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Κατ’ ουσίαν αποτέλεσε την πρώτη ήττα του «Άξονα» προκαλώντας τους προβληματισμούς των αντιπάλων και τις ελπίδες των υποταγμένων. Συνήθως η αρθρογραφία όταν αναφέρεται σε αυτό το γεγονός περιλαμβάνει το έπος του 40, την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Όλο αυτό το υλικό δεν μπορεί να συνοψίζεται σε ένα άρθρο λόγω του τεράστιου υλικού το οποίο υπάρχει. Στο παρόν κείμενο θα γίνει αναφορά μόνο στην εποποιία της Αλβανίας, μέσα από το βλέμμα και την πένα των Ελλήνων Λογοτεχνών. Ξεκινώντας από την πρώτη ημέρα του πολέμου 28 Οκτωβρίου 1940 συναντούμε το βιβλίο «Γιώργος Σεφέρης Μέρες Γ’ 16 Απρίλη 1934-14 Δεκέμβρη 1940» (Εκδ, ΙΚΑΡΟΣ). Εκεί ο Σεφέρης, ο οποίος ως γνωστόν υπήρξε στέλεχος του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, θα γράψει: «Δευτέρα 28. Κοιμήθηκα δύο το πρωί, διαβάζοντας Μακρυγιάννη. Στις τρεις και μισή μια φωνή μέσα από το τηλέφωνο με ξύπνησε: «έχουμε πόλεμο». Τίποτα άλλο. Ο κόσμος είχε αλλάξει. Η αυγή, πουλίγο αργότερα είδα να χαράζει πίσω απ’ τον Υμηττό, ήταν άλλη αυγή: άγνωστη. Περιμένει ακόμη εκεί που την άφησα. Δεν ξέρω πόσο θα περιμένει, αλλά ξέρω πως θα φέρει το μεγάλο μεσημέρι». Στη συνέχεια αναφέρει πως έφτασε στο Υπουργείο Εξωτερικών και πως συνέταξαν το διάγγελμα του βασιλιά. Στις 10 Νοεμβρίου 1940 δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Νέα Ελλάς» η διαμαρτυρία των Ελλήνων διανοουμένων: «Είναι δύο εβδομάδες τώρα, που ένα τελεσίγραφο μοναδικό στα διπλωματικά χρονικά των Αθηνών για το περιεχόμενον, την ώρα και τον τρόπο που το παρουσίασεν η Ιταλία κάλεσε την Ελλάδα να της παραδώση τα εδάφη της, να αρνηθή την ελευθερία της και να κατασπιλώση την τιμήν της. Οι Έλληνες δώσαμε στην ιταμή αυτή αξίωση της φασιστικής βίας, την απάντησι που επέβαλαν τριών χιλιάδων ετών παραδόσεις, χαραγμένες βαθιά στην ψυχή μας, αλλά και γραμμένες στην τελευταία γωνιά της ιερής γης, με το αίμα των μεγαλυτέρων ηρώων της ανθρώπινης ιστορίας. "Και αυτή τη στιγμή κοντά στο ρεύμα του Θυάμιδος και στις χιονισμένες πλαγιές της Πίνδου και των Μακεδονικών βουνών πολεμούμε, τις περισσότερες φορές με τη λόγχη, αποφασισμένοι να νικήσουμε ή να αποθάνουμε μέχρις ενός. Σ’ αυτό τον άνισο σκληρότατο αλλά πεισματώδη αγώνα, που κάνει τον λυσσασμένο επιδρομέα να ξεσπάζη κατά των γυναικών, των γερόντων και των παιδιών, να καίη, να σκοτώνη, να ακρωτηριάζη, να διαμελίζη τους πληθυσμούς στις ανοχύρωτες και άμαχες πόλεις μας και στα ειρηνικά χωριά μας, έχουμε το αίσθημα ότι δεν υπερασπιζόμαστε δική μας μόνον υπόθεση: Ότι αγωνιζόμεθα για την σωτηρία όλων εκείνων των Υψηλών αξιών που αποτελούν τον πνευματικό και ηθικό πολιτισμό, την πολύτιμη παρακαταθήκη που κληροδότησαν στην ανθρωπότητα οι δοξασμένοι πρόγονοι και που σήμερα βλέπουμε να απειλούνται από το κύμα της βαρβαρότητος και της βίας. "Ακριβώς αυτό το αίσθημα εμπνέει το θάρρος σε μας τους Έλληνες διανοουμένους, τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, ν’ απευθυνθούμε στους αδελφούς μας όλου του Κόσμου και να ζητήσουμε όχι την υλική αλλά την ηθική βοήθεια τους. Ζητούμε την εισφορά των ψυχών, την επανάστασι των συνειδήσεων, το κήρυγμα, την άμεση επίδρασι, παντού όπου είναι δυνατόν, την άγρυπνη παρακολούθησι και την ενέργεια για ένα καινούργιο πνευματικό Μαραθώνα που θα απαλλάξει τα δυναστευόμενα Έθνη από τη φοβέρα της πιο μαύρης σκλαβιάς που γνώρισε ως τώρα ο κόσμος. Κωστής Παλαμάς, Σπύρος Μελάς, Άγγελος Σικελιανός, Γεώργιος Δροσίνης, Σωτήρης Σκίπης, Δημήτριος Μητρόπουλος, Κ. Δημητριάδης, Νικόλαος Βέης, Κ. Παρθένης, Ιωάννης Γρυπάρης, Γιάννης Βλαχογιάννης, Στρατής Μυριβήλης, Κώστας Ουράνης, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς, Αρίστος Καμπάνης.» Στις 15 Νοεμβρίου 1940 δημοσιεύεται άρθρο του Στρατή Μυριβήλη «Η ώρα της Ιστορίας» στο περιοδικό Νέα Εστία τεύχος 334. Εκεί ο Μυριβήλης ανάμεσα στα άλλα θα γράψει: «...Αυτή η ομοθυμία των δέκα εκατομμυρίων Ελλήνων, με την οποία αντίκρυσαν το φοβερό γεγονός του πολέμου, είναι θαρρώ το πιο σπουδαίο φαινόμενο στην ιστορία του έθνους μας ολόλκληρη. Η Ελλάδα σύσσωμη, σύψυχη, στάθηκε μπροστά στο ανοιχτό βιβλίο της Μοίρας και υπαγορεύει το νέο κεφάλαιο της ιστορίας της (...) Αυτό το θάμα δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται μέσα στην ιστορία της φυλής. Δε θα ‘ναι και η στερνή. Γιατί η Ελλάδα, μέσα στο προνομιούχο κύτταρο της , είναι ένας αιώνια νέος και ολοζώντανος οργανισμός. Είναι η ίδια η έννοια της νιότης, ενσαρκωμένη σε μια ράτσα εύστροφη, ευφάνταστη, γεμάτη πείσμα και γοητευική τρέλα. Απ’ την άλλη μεριά των συνόρων μας χτυπά ένας λαός 45 εκατομμυρίων. Τον νικούμε γιατί είμαστε μια φυλή αρσενική και λεύτερη, κι είναι μια φυλή από 45 εκατομμύρια σκλάβους. Είναι ένας αγώνας άνισος αυτός και οι λαοί του κόσμου, οχτροί και φίλοι και αδιάφοροι, τον παρακολουθούν με κατάπληξη. Ποιο θα ‘ναι το τελος του; Ελάχιστα ενδιαφέρει αυτό το τέλος. Ολάκερη η δικαίωσή μας στέκεται στην αρχή...» Η ποίηση έχει ίσως την αφάνταστη δυνατότητα να συλλαμβάνει τα γεγονότα με ιδιαίτερο τρόπο και να συνοψίζει νοήματα και μηνύματα που προέρχονται από μια βαθιά ενόραση και έμπνευση των ποιητών. Έτσι λοιπόν και το έπος του 40 αποδώθηκε, θα τολμούσαμε να πούμε, μέσα από την γραφή των ποιητών, χωρίς βέβαια να υποτιμάται η μεγάλη ιστορική βιβλιογραφία πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Ο Κωστής Παλαμάς θα γράψει το ποίημα Στη νεολαία μας: «Αυτό κρατάει ανάλαφρο μες στην ανεμοζάλη/ το από του κόσμου τη βοή πρεσβυτικό κεφάλι/ αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα:/ Μεθύστε με τα’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα». Ο Άγγελος Σικελιανός θα δημοσιεύσει στις 15 Νοεμβρίου 1940 στη Νέα Εστία το ποίημα «Εικοσιοχτώ του Οχτώβρη 1940». «…Κανείς δεν θα ξεφύγει τη γενιά του!/το βάρος της θα σπάσει ως τη στιγμή/ που βγαίνοντας από τη λησμονιά του/ στο φως που πια δεν στέκουν δισταγμοί/ Ελέγαμε: Ένα Μαραθώνα ακόμα! Ελέγαμε: Μια Σαλαμίνα ακόμα! Ελέγαμε:/ Ακόμα ένα εικοσιένα! Κι ήρτες τέλος συ, Μητέρα-Μέρα, όπου αγκάλιασες κι ανύψωσες ολόκληρα τα περασμένα στον ανώτατο λυτρωτικό σκοπό τους, στον υπέρτατο τους ηθικόν Ιστορικό Ρυθμό!/ Ω δικαίωση όλων των ελληνικών αγώνων! Ω ύψιστη ηθική στροφή μέσα στο χάος ολόκληρου του Κόσμου! Και μαζί, ω γιγάντια πλέρια ιστορική καταβολή, από την οποία,..Νικητές, οι Έλληνες, θα ξεκινήσουμε αύριο, πρωτοπόροι της ανάπλασης ολόκληρης της γης!...» Ο Τίμος Μωραϊτίνης θα γράψει το ποίημα «Ελληνίδες»: «Μερόνυχτα σκυμμένη στέκει/ και ξενυχτάει δουλεύοντας για την Πατρίδα/ κι ενώ σκυμμένη πλέκει/ έχει ψηλά το μέτωπο η Ελληνίδα./ Και τα βελόνια γίνονται σπαθιά/ που βγαίνουν απ’ τη χρυσή τους θήκη/ ν’ αγωνιστούνε με το νιο πολεμιστή./ Και πλέκουν ως τη νύχτα τη βαθιά/ κι είναι άσωστη κι ατέλειωτη η κλωστή, όσο κι η Νίκη».

Διαβάστε περισσότερα στο: http://www.in2life.gr/culture/book/article/191493/h-ellhnikh-logotehnia-mas-taxidefei-sto-1940.html
Πηγή: www.in2life.gr
3dflags_grc0001-0003a1 
ΕΚΤΩΡ ΔΟΥΚΑΣ
3 
ΣΥΛΛΟΓΗ Ι.Ε.Ε.Ε.
4 
ΒΑΣΩ ΚΑΤΡΑΚΗ
5 
ΚΩΣΤΑΣ  ΓΡΑΜΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ
7  
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΣ
8 ΚΩΣΤΑΣ  ΓΡΑΜΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ
9 ΚΩΣΤΑΣ  ΓΡΑΜΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ