Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Ανάληψη






Ανάληψη γιορτή της στρούγκας, γιορτή των τσοπάνηδων, των ανθρώπων που έχουν συνδέσει τη ζωή τους με τα πρόβατα και τα γίδια. Την ημέρα της Αναλήψεως ο τσοπάνης  καλούσε στη στρούγκα του συγγενείς, φίλους, κουμπάρους, συμπεθέρους, για να γιορτάσουν όλοι μαζί. Αυτοί όμως δεν θα πήγαιναν με άδεια τα χέρια στον εορτάζοντα τσοπάνη, αλλά φορτωμένοι με καλούδια, που από την προηγουμένη ημέρα είχαν ετοιμάσει, όπως πρεβέντα (*), τυρόπιτες, εφτάζυμο ψωμί, γλυκίσματα, κρασί στην τσίτσα από το γιοματάρι και φρούτα.  




«στρούγκα μου μαρμαρόστρουγκα και μαρμαροκτισμένη

εδώ μαρή βελάζουν πρόβατα, εδώ βελάζουν γίδια,

βελάζουν κι αρνοκάτσικα πεντ’ εξ-οχτώ χιλιάδες…..»





Παλιότερα που οι μετακινήσεις τους γινόντουσαν με ζώα (άλογα, γαϊδούρια, μουλάρια) στόλιζαν τα σαμάρια τους  με λουλούδια και έριχναν πάνω τους τις καλύτερες καραμελωτές βελέντζες καθώς και άσπρα σεντόνια, στα δε καπούλια των ζώων έριχναν βελέντζες για να κάτσουν εκεί τα παιδιά. Κρέμαγαν δε στα σαμάρια τα κεντημένα στον αργαλειό ταγάρια, που είχαν μέσα τις ετοιμασίες τους. Παίρνοντας τον ανηφορικό δρόμο για τη στρούγκα αν ήταν σε πλαγιά του Παρνασσού, ή τον κατηφορικό δρόμο για την στρούγκα, αν  ήταν στην ποταμιά, τραγουδούσαν ανοιξιάτικα τραγούδια, όπως:



«τώρα ειν’ ο Μάης κι η άνοιξη  τώρα ειν’ το καλοκαίρι.          

τώρα τα λάφια χαίρονται, τώρα δροσολογιούνται

και μια λαφίτσα  ταπεινή, ταπεινοκαμαριάρα.                                         

δε βόσκει, δεν δροσίζεται, δεν πάει κοντά με τ’ άλλα             

όλο τ’ απόσκια περπατεί και τα ζερβά κοιμάται                    

κι οπέβρει  γάργαρο νερό θολώνει και το πίνει

κι ο ήλιος την έρώτησε κι ο ήλιος τη ρωτάει

γιατί λαφίτσα ταπεινή ταπεινοκαμαριάρα                                         

δε βόσκεις δε δροσίζεσαι δε πάς κοντά με τα’ άλλα….»




Και σαν έφταναν στη στρούγκα, οι ευχές έπαιρναν και έδιναν για την προκοπή της στρούγκας και για το καλό καλοκαίρι, αφού σε λίγες μέρες το κοπάδι θα τραβούσε για τα λιβάδια του Παρνασσού να ξεκαλοκαιριάσει, «τρεις μήνες μένουν στο βουνό και τρεις στα καμποχώρια και ως που να πάν και ως που να ρθούν κοντοδιαβαίνει ο χρόνος». Μετά τις χαιρετούρες άρχιζαν την προετοιμασία του τραπεζιού. ‘Άλλοι ετοίμαζαν το χώρο που θα στρωθεί το τραπέζι, συνήθως κάτω από δέντρο με παχύ ίσκιο (έλατο ή πουρνάρα), άλλοι μάζευαν ξύλα για να ανάψουν τις φωτιές. Ο τσοπάνος θα τους είχε σουβλιστά αρνιά, κοκορέτσι, σπληνάντερο, τρυφερό τυρί, γιαούρτι, κουσμάρι (**). 




(*) Πρεβέντα του Τσοπάνη

Την κάνουν της Αναλήψεως που γιορτάζουν οι στρούγκες. Σχεδιασμένη η επιφάνειά της με βουκολικό διάκοσμο, όπως: γκλίτσα, καρδάρα, κουδούνια κ.λ.π. Μπορεί κανείς να τη συναντήσει στο μουσείο του άρτου της Αμφίκλειας



(**) Το κουσμάρι παρασκευάζεται από τυρί φρέσκο, το οποίο χαράζουμε σε 8-10 κομμάτια, το αλατίζουμε λίγο και την άλλη ημέρα το βάζουμε σε μια κατσαρόλα. Με μια ξύλινη κουτάλα το χωρίζουμε σε μικρότερα κομμάτια, το βάζουμε στη φωτιά και αρχίζει να λιώνει. Όταν γίνει σαν γάλα, ρίχνουμε το αλεύρι λίγο-λίγο σαν βροχή. Αρχίζει να γίνεται κρέμα και να βγάζει λάδι. Το ανακατεύουμε συνέχεια και όταν ξεκολλάει από την κατσαρόλα και έχει γίνει μια μάζα το ρίχνουμε στο πιάτο και το σερβίρουμε κρύο. Μοιάζει με μαλακό κίτρινο τυρί.