Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Το άρθρο του Κλεμανσώ,σε μετάφραση στην ελληνική γλώσσα από από την κ. Δέσποινα Σκορδά


 Ιδιαίτερα σημαντική η μετάφραση του άρθρου του Κλεμανσώ στην Ελληνική γλώσσα, από την κ. Δέσποινα Σκορδά, καθώς προκύπτουν  πολλές σημαντικές πληροφορίες για την τοπική κοινωνία του Δαδιού του 1896.

Αξίζουν πολλά συγχαρητήρια στον κ. Γιάννη Σκορδά και την κ.Δέσποινα Σκορδά για το ερευνητικό τους έργο!!!
                        ΔΑΔΙ

Δαδί είναι το όνομα ενός ωραίου ανθόσπαρτου χωριού στους πρόποδες του Παρνασσού μέσα στην καταπράσινη κοιλάδα του Βοιωτικού Κηφισού. Όταν μετά από δέκα ώρες ταξιδιού με τραντάγματα και
προσκρούσεις σε λάκκους ή σε κατολισθήσεις του βουνού ανακάλυψα τις μικρές τρελές οικίες που αναρριχώνται σαν κατσίκες από βράχο σε βρά-χο, με φωτεινά κόκκινα κεραμίδια, να ομορφαίνουν ανάλαφρες συστάδες πρασινάδας ό-ταν ο παφλασμός από γάργαρα νερά μας έφερε το «καλώς ήλθατε», όταν αντίκρισα μπροστά από τη βρύση την παρέλαση των λευκών θεαινών σε στάσεις νεάζουσας χάριτος και αρχαίας μεγαλοπρέπειας, τότε όλα, κούραση, εξάντληση, σκυθρωπή διάθεση, έ-σβησαν ξαφνικά μέσα στη γοητεία αυτής της έκρηξης της ομορφιάς.

Κατέβηκα τότε και χωρίς να αφήσω να με σταματήσει το ρυάκι που αναιδέστατα χρησιμοποιούσε το δρόμο ως κοίτη του, βρέθηκα αμέσως ανάμεσα στο σοβαρό πλήθος των νεαρών κοριτσιών του Δαδιού που έρχονταν να γεμίσουν για το βραδινό φαγητό τις πήλινες κοκκινωπές στάμνες τους ή τα ξύλινα βαρελάκια, τα οποία προς ευχαρίστηση των οφθαλμών φόρτωναν με αριστοκρατικότητα στους ώμους τους. Ούτε κραυγές, ούτε γέλια, ούτε ομιλίες θορυβώδεις, όπως κοντά στις βρύσες στα χωριά μας στη Γαλλία. Μια γαλήνη υπέροχη, όπως κατά την εκτέλεση κάποιας σεβαστής λειτουργίας, θεσπι-σμένης από τους θεούς του Σύμπαντος. Ένα χαμόγελο, μια χειρονομία, μια σύντομη λέ-ξη και η λυγισμένη μέση ξανασηκώνεται και η θεία μορφή περνά μέσα στην ήρεμη υπε-ρηφάνειά της.

Η ενδυμασία έχει μια θεατρική απλότητα. Η γυναίκα παραχωρεί το πουκάμισο στον άνδρα με φουστανέλα και εκείνη ντύνεται υπέροχα με μια μακριά άσπρη πουκαμί-σα που πέφτει έως τους αστραγάλους. Ένα άσπρο μάλλινο πανωφόρι χωρίς μανίκια, στολισμένο με διακριτικά κεντήματα, παραμένει ανοικτό πάνω στην πουκαμίσα που πε-ρισφίγγει η ψηλή ζώνη. Επειδή  ο κορσές δεν χρησιμοποιείται, τα δυο στήθη, διαμορφώ-νονται τολμηρά και ομολογούνται με καθαρότητα κάτω απ΄ το λεπτό ύφασμα. Ποτέ φο-ρεσιά που σκεπάζει τα πάντα δεν ήταν τόσο κοντά στην πλήρη γυμνότητα. Τα πέλμα-τα, που ο ήλιος και το νερό χαϊδεύουν διαδοχικά, λάμπουν σε ένα γενναιόδωρο τόνο που-ρόξανθου χρυσού. Το ίσιο υπόδημα εν ανάγκη δένεται για να στηριχθεί. Αλλά η κάλτσα σοκάρει το μάτι σαν μια παραφωνία πλαστής αιδούς. Ο λεπτός καρπός, η τέλεια πα-λάμη δηλώνουν τη φυλή που προφυλάχθηκε καλλίτερα από τις βαρβαρικές επαφές μέ-σα στα βουνά και μέσα στις κλίνες που βρίσκονταν μακριά από τους δρόμους των επι-δρομών.

Έχω συναντήσει σε περιπάτους μου ανά την Ελλάδα τύπους καθαρής κλασσικής ομορφιάς. Στο Δαδί είδα την αληθινή αρχαία Αφροδίτη και οι κοπέλες της Αράχωβας, τις οποίες μου είχαν εκθειάσει ως τις ωραιότερες της Ελλάδος μόλις είναι άξιες να αποτε-λέσουν τη συνοδεία της εξαίσιας θεάς, η οποία με θάμπωσε. Με χάρη μου έκανε δώρο, περνώντας, ένα ηχηρό «καλησπέρα» Ολυμπίας θεάς και εξαφανίστηκε σε ένα δρομίσκο με πέτρες, όπου νομίζω την περίμενε κάποιος ηλιοκαμένος  «Ήφαιστος». Φανταστείτε το μαρμάρινο άγαλμα του Λούβρου να είναι ζωντανό με γεμάτη χρυσίζουσα σάρκα, κα-λυμμένη με άσπρη μεταξωτή μαντήλα, απ’ όπου ξεφεύγουν οι καστανές βαριές πλε-ξίδες, κόκκινα σαν το αίμα χείλη και με μεγάλες μαύρες αστραπές στα μάτια. Ίσως πρέ-πει να βάλουμε στην άκρη αυτή
την οπτασία. Αλλά δεν υπερβάλλει καθόλου κανείς αν εκθειάσει τα κανονικά χαρακτηριστικά, τις καθαρές γραμμές, τη μεγαλειώδη ομορφιά των κοριτσιών του Δαδιού, των οποίων η υπερήφανη ηρεμία αναδεικνύεται υπέροχα από όλες τις φλόγες της ζωής.

Είχα αφεθεί σε αυτές τις ευχάριστες παρατηρήσεις, περπατώντας με κόπο ανάμε-σα σε πέτρες, που είναι το μοναδικό στολίδι των δρόμων. Στην πρώτη διασταύρωση συ-ναντώ το Ξενοδοχείο του Ύπνου. Τρία άτομα γενειοφόρα κοιμούνται πράγματι κάτω από τη βεράντα. Το ένα από αυτά ωστόσο συγκινείται από την παρουσία μου και δέχε-ται να μου δείξει την κατοικία του δημάρχου.

Πρέπει να ανέβει κανείς με γενναιότητα από δρομίσκο σε δρομίσκο χωρίς να αφή-σει τον εαυτό του να απογοητευτεί από τις πέτρες που κυλούν. Μια αυλή με ανώμαλο έδαφος φυτεμένη με δένδρα, μας δείχνει μέσα στο ζεστό φως της Δύσης την άσπρη σι-λουέτα ενός εικοσάχρονου παιδιού, του οποίου το σκουρόχρωμο πρόσωπο φωτίζεται με ένα πλατύ χαμόγελο για να μας ευχηθεί το «καλώς ήλθατε». Ο πατέρας απουσιάζει. Αλ-λά η μητέρα που ονειρευόταν γονατισμένη κατά την τούρκικη συνήθεια πάνω σε μια ψάθα, σηκώνεται για να μας υποδεχθεί και να μας πει, χωρίς να γνωρίζει ποιοι ήμασταν, ότι το σπίτι είναι στη διάθεσή μας. Αυτή η φτωχή και καλή χώρα, είναι η πιο φιλόξενη που υπάρχει! Η οικοδέσποινά μας, σοβαρή και αξιοπρεπής, ήδη γερασμένη, πολύ χλω-μή, με χαρακτηριστικά της πιο σπάνιας ομορφιάς, φέρνει το δεξί της χέρι στην καρδιά, μετά στα χείλη της σε μια τελετή χαιρετισμού και μας οδηγεί στο μεγάλο γυμνό δωμά-τιο, όπου την είχαμε ξαφνιάσει. Ο συνηθισμένος καφές σερβίρεται και ενώ εξηγούμε την περιπέτειά μας, ο δήμαρχος παρουσιάζεται αυτοπροσώπως.

Είναι ένας ψηλός γέρος έντονα μυώδης, του οποίου η φουστανέλα καλύπτεται από ένα πανωφόρι λεπτού μπλε υφάσματος. Κεφαλή στρογγυλή, εντελώς φαλακρή, πρόσω-πο ροδαλό, εντελώς σωκρατικό, πλαισιούμενο από άσπρη γενειάδα, με αγαθούς γέλωτες μέσα σε όλες τις ρυτίδες. Μόλις είχε πληροφορηθεί από ένα τηλεγράφημα του νομάρχη Λαμίας ότι επρόκειτο να έλθει ένας άνδρας από τη Γαλλία. Ήθελε να σπεύσει προς συνάντησή μου. Τι δυσάρεστο να έχει ειδοποιηθεί τόσο αργά! Με οδηγεί στο σαλόνι – γιατί βρίσκομαι στο σπίτι ενός πάμπλουτου – όπου οι αποσκευές μου είναι ήδη απλω-μένες κάτω από μια φωτογραφία του πύργου του Άιφελ.

Βρισκόμασταν στις πρώτες κουβέντες όταν ξεσπάει μια εκκωφαντική μουσική, από μεγάλο τύμπανο (νταούλι) και κλαρινέτο (πίπιζα), η απαίσια ανατολίτικη φασαρία, που κτυπά τα νεύρα και κάνει τα σωθικά να αναπηδούν. Είναι του Αγίου Κωνσταντίνου. Αυτή τη μέρα συνηθίζεται να κάνει κανείς επίσκεψη σε όλους τους Κωνσταντίνους που μπορεί να έχει φίλους και είναι ένα ζήτημα, γιατί Κωνσταντίνος και Σπυρίδωνας είναι εδώ το σύνηθες βαπτιστικό όνομα. Η νεολαία ενώνεται σε ομάδες τραγουδώντας και χο-ρεύοντας. Η καταιγίδα είχε διακόψει τη γιορτή που ξαναρχίζει πριν τη νύχτα. Ζητώ να συμμετάσχω στο θέαμα και έτσι βρεθήκαμε να τρέχουμε πίσω από πίπιζες και νταούλια.

Καθώς περπατούσαμε, δεν κατόρθωσα να μην παρατηρήσω στον καλό δήμαρχο ότι θα έχτιζε κανείς ένα ωραίο φρούριο κατά των Τούρκων με τίποτε άλλο, παρά μόνο με τις πέτρες που γεμίζουν τους δρόμους του Δαδιού. «Τι τα θέλετε», μου απάντησε γελώντας, «Πήγα και στην Κωνσταντινούπολη, που είναι μεγάλη πρωτεύουσα. Εκεί είναι ακόμη χειρότερα. Δεν υπάρχει κανένα χωριό στην Ελλάδα που να μην έχουμε καταντήσει να απομακρύνονται τα απορρίμματά του από αγέλες αγρίων σκύλων». Και καθώς μιλούσε σκεφτόμουν το χωριό μου στην Vendee, αξιοθρήνητο μέσα σε λάσπες αυτές τις ώρες. Μου φαίνεται ότι ο εξαίρετος Δαδιώτης και αυτός θα μπορούσε να βρει σ’ αυτό αντικεί-μενο κριτικής και η σκέψη αυτή με έκανε επιεική.

Είναι βέβαια εύκολο να μέμφεται κανείς τους Έλληνες όπως το έχουν κάνει ο About και άλλοι ακόμα, που δεν έχουν το ακαταλόγιστο. Αλλά ποιος είρων θα ήταν βέ-βαιος ότι δεν δίνει καθόλου δικαίωμα για ειρωνεία; Μετά από δυο χιλιάδες χρόνια εισβο-λών, μετά από τέσσερις αιώνες τουρκικής καταπίεσης, δεν είναι θαύμα ότι κάτι έχει σω-θεί από την Ελλάδα; Η γλώσσα διατηρήθηκε, βεβαιώνοντας ότι η ψυχή της φυλής επέ-ζησε, η ίδια η γλώσσα από την οποία οφείλει να ξαναγίνει η σκέψη. Ο Έλληνας έχει θαυμάσια προσόντα της εγκράτειας και νηφαλιότητας, της αντοχής, οι δυνατότητές του για εμπόριο ξεπερνούν κάθε μέτρο, αγαπά την πατρίδα του με μια ζεστή αγάπη, είναι γενναίος, η ανεξαρτησία του είναι χθεσινή, ο χρόνος δουλεύει γι’ αυτόν. Αυτή η χώρα υπήρξε πάρα πολύ μεγάλη για να μην δικαιούται κανείς να περιμένει κάποια γενναιόδω-ρη νέα άνθιση αυτών των ωραίων υπολειμμάτων του σφρίγους.

Έτσι σκεφτόμουν, ακολουθώντας από σπίτι σε σπίτι τον καλό δήμαρχο του Δα-διού στις επισκέψεις του Αγίου Κωνσταντίνου. Ο οικοδεσπότης μου, που ασκεί το εμπό-ριο του βαμβακιού, δεν κατέχει λιγότερο από μισό εκατομμύριο δραχμές, δηλαδή, με τρέχουσες τιμές περίπου 300.000 φράγκα του δικού μας νομίσματος. Έτσι εξηγείται το σαλόνι και ο Πύργος του Άιφελ. Ωστόσο δεν είδα καθόλου υπηρέτρια στο σπίτι.

Τα περισσότερα σπίτια χρησιμοποιούν το ισόγειο ως αχυρώνα, ως αποθήκες. Μια εξωτερική σκάλα οδηγεί στα διαμερίσματα της κατοίκησης. Κανένα ίχνος πολυτέλειας, ούτε ακόμη της άνεσης. Αυτό που θα ήταν για τους δικούς μας πιο φτωχούς χωρικούς το απαραίτητο, εδώ λείπει πολύ. Ένα μπαούλο για τα ρούχα, ένα μικρό τραπέζι με πά-γκους, μια καρέκλα για τον ξένο, μερικές φορές ένα είδος πάγκου με πλάτη, που μιμεί-ται τον καναπέ, αυτά είναι όλη η επίπλωση που εγώ είδα. Σε μια γωνία ένας μπόγος τυλιγμένος με ένα κάλυμμα: εδώ είναι τα κλινοσκεπάσματα όλου του κόσμου. Κοιμού-νται κατ’ ευθείαν επάνω στο πάτωμα. Ο οικοδεσπότης μου, είναι αλήθεια μου προσέφερε ένα μεγαλοπρεπές σιδερένιο κρεβάτι. Μπορεί κανείς να επιτρέψει στον εαυτό του τέτοια φανταστικά πράγματα όταν έχει στην κατοχή του μισό εκατομμύριο δραχμές.

Σε όλους τους Κωνσταντίνους που κάναμε επίσκεψη, το μικρό τραπέζι στρωμένο με ένα άσπρο τραπεζομάντηλο προσέφερε, ανάμεσα σε λουλούδια, ποτά και λιχουδιές σε κάθε επισκέπτη: το καθαρό νερό και τα κρασιά της περιοχής, τα καρύδια, τα ρεβίθια, τα χλωρά κουκιά - μεγάλη απόλαυση - το λουκούμι, το γλυκό τριαντάφυλλο. Ο καθένας παίρνει με ευχέρεια και τρώει κατά τον χωριάτικο τρόπο. Δυο ποτήρια αρκούν πλήρως για όλη τη συνάθροιση. Δεν υπάρχει ούτε μια νοικοκυρά που να μην υποδέχεται πάντα τον ξένο με την προσφορά αυτού του συμβολικού φτωχικού γεύματος.

Τέλος φθάνουμε στο σπίτι απ’ όπου ξεκινά αυτή η τρελή ανατολίτικη φασαρία. Μέσα σ’ ένα κενό δωμάτιο είκοσι άνδρες είναι στοιβαγμένοι ακίνητοι πάνω σε πάγκους χωρίς να φωνάζουν, χωρίς καθόλου να μιλούν, απολαμβάνοντας το θέαμα του ενός από αυτούς, που υποτίθεται ότι χόρευε στον ήχο της ανυπόφορης πίπιζας, μέσα στην οποία ένας υπέροχος τσιγγάνος φυσά ώσπου να του βγει η ψυχή, ενώ ένας γίγαντας χειροδύ-ναμος ταρακουνά το σπίτι με τον κεραυνό του τυμπάνου του. Στην πραγματικότητα ο χορευτής, που θα μπορούσε να εκτελέσει τα βήματά του μέσα σε ένα πιάτο, διαγράφει απλά ελαφρές συστροφές του σώματός του και των μελών του χωρίς φανερό νόημα.

Ο ανδρικός τύπος δεν είναι καθόλου κατώτερος του γυναικείου, σε πείσμα της άχαρης αμφίεσης. Αλλά ο χορός μιας απελπιστικής μονοτονίας θα είχε σε λίγο αποκοιμί-σει τους θεατές και τον εκτελεστή, χωρίς την εκτράχυνση της πίπιζας και τα αναπηδή-ματα του τυμπάνου.

Μας έφεραν λουλούδια. Ο παπάς, που μας συνάντησε, επαίρεται με αυτά και ο σωκρατικός δήμαρχος στήριξε κατά τον ανατολίτικο τρόπο ένα τεράστιο τριαντάφυλλο πίσω από κάθε αυτί. Με τον ίδιο τρόπο ο φιλόσοφος στο Συμπόσιο δίδασκε τον έρωτα.

Μαθαίνω πράγματι ότι γίνονται αρραβώνες σ’ αυτό το μέρος.  Είναι η βαφτιστικιά του καλού μας δημάρχου που δίνει το χέρι της σε ένα από αυτά τα ωραία παλληκάρια. Ο εξαίρετος άνδρας, που φαίνεται να χαίρεται πολύ κάτω από τα τριαντάφυλλα, της κάνει με την ευκαιρία αυτή ένα βασιλικό δώρο των 2000 δραχμών. Η νέα εισέρχεται με την αυστηρή ομορφιά, όμοια με κάποιο άγαλμα από πεντελικό χρυσωμένο μάρμαρο, με-σα στην αριστοκρατική απλότητα της λευκής περιβολής. Μακριές βλεφαρίδες πέφτουν πάνω σε χαμηλωμένα μάτια, το στόμα δεν τρέμει καθόλου. Ο νονός της την προειδοποιεί ότι πρέπει να χαιρετήσει τον διακεκριμένο ξένο που τιμά τη συνάθροιση με την παρουσία του. Τα δυο μεγάλα μάτια σηκώνονται και η θεά έρχεται προς εμένα. Τι πρόκειται να συμβεί; Αλλοίμονο! Μετά από μια σύντομη σύγκριση ανάμεσα στο μαραμένο άτομό μου και τον πονηρό οδηγό μου η ακτινοβολούσα θεότητα παίρνει το χέρι του άλλου, το φιλά με σεβασμό, μετά το φέρνει στο μέτωπο σε μια κίνηση παθητικής υποταγής. Οποία τα-πείνωση για τη Γαλλία! Το λάθος επισημάνθηκε και αμέσως επανορθώθηκε, χωρίς το φοβερό πάθημα να προκαλέσει ούτε ένα χαμόγελο και αισθάνθηκα πάνω στο χέρι μου δυο δροσερά χείλη που ζητούσαν συγγνώμη με πολύ ευγένεια. Ούτε εγώ φανέρωσα εκεί-νη την ίδια ώρα την πιο σκληρή οργή μου να έχω σε τέτοιο βαθμό παραγνωριστεί από ένα τέτοιο κάλλος.

Ωστόσο, δεν της κράτησα καμία κακία και απολαμβάνω πολύ τα κάποια βήματα ανατολίτικου χορού με τα οποία μας ευχαρίστησε. Αυτό που κυρίως θαύμασα είναι η αναλλοίωτη σοβαρότητα αυτής της πράξης χαράς. Ένα είδος συνεχούς ρίγους αναγγέλλει μια φλόγα που δεν μπορεί να κατασταλεί, θάλεγε κανείς, ότι η γυναίκα θα ορμήσει έξω από το άγαλμα, αλλά το μαρμάρινο περίβλημα ξαναπαίρνει στην κατοχή του τον εσω-τερικό δαίμονα και όλα καταλήγουν σε δράμα χωρίς λύση. Ήμαστε μακριά από τον ω-ραίο αρχαίο ελληνικό χορό, τέτοιον που τον αποκατέστησε περιέργως ο M. Maurice Emmanuel στην ωραία μελέτη της διατριβής του.

Καθώς εξήλθαμε, οι άνδρες ξανάρχισαν στα σταυροδρόμια να κάνουν ρυθμικές μι-μήσεις ανάμεσα στις κατσίκες και τα παιδιά χοροπηδούσαν όλα μαζί προς τιμήν του αυ-τοκράτορα Αγίου Κωνσταντίνου.

Το βράδυ, αφού ο παλιός δήμαρχος δέχτηκε την πρόσκληση του στεφανωμένου με τριαντάφυλλα Σωκράτη, είχαμε ένα πολιτικό δείπνο όπου το αρνί, θυσιασμένο προς τι-μήν μου, το κατσικίσιο τυρί και η σαλάτα καταβροχθίσθηκαν χωρίς τάξη με τα μαχαί-ρια και τα πιρούνια του κάθε συνδαιτυμόνα να δουλεύουν στην τύχη. Ρώτησα και ρωτή-θηκα. Μια ερώτηση κυρίως με έβαλε σε σκέψη. «Η δημοκρατία έκανε το λαό ευτυχι-σμένο, όπως το είχε υποσχεθεί;». Πρόβαλα ότι το προσπαθούσε, ότι αυτό δεν έχει τελει-ώσει και ότι θα έπαιρνε πολύ χρόνο. «Αυτό δεν με εκπλήσσει» λέει ο ανθοστόλιστος με τριαντάφυλλα φιλόσοφος.

Αυτοί οι γενναίοι άνθρωποι αγαπούν από καρδιάς της πιο ζεστής την ελευθερώτρια Γαλλία. «Είναι η Γαλλική Επανάσταση που μας χειραφέτησε». Αυτή ήταν η λέξη που μου επανέλαβαν εκατό φορές. Ο παλιός δήμαρχος, ζωντανή αναπαραγωγή του Δία του Φειδία, δεν κουράστηκε πάνω στο θέμα αυτό. Οι προύχοντες του χωριού θέλησαν όπωσ-δήποτε να μου παρουσιαστούν. Όλοι μου εξέφρασαν τα συναισθήματά τους της ευγνω-μοσύνης και της αγάπης για τη Μεγάλη Γαλλία, όπως έλεγαν. Μεταφέρω αυτή την τι-μή στην πατρίδα μου. Μακάρι να μπορέσει να αντλήσει από αυτό μια καινούργια δύνα-μη προσήλωσης στις ιδέες, που της δίνουν τη δύναμη ανάπτυξής της σε όλο τον κόσμο.

Την επομένη το πρωί, την αυγή, βρήκα πίσω μου ένα ολόκληρο πλήθος Δαδιωτών που με συνόδευσε μέχρι την είσοδο της πρώτης στενωπού. Εκεί ο δήμαρχος που δεν μπό-ρεσε να μεταπεισθεί να με συνοδεύσει, καβαλίκεψε το μουλάρι μου για να μου αφήσει την τιμή του αλόγου του. Η νύχτα δεν είχε διαταράξει τα τριαντάφυλλα που φούντωναν στους κροτάφους του αρχηγού του λαού. Από το ύψος του υποζυγίου του ο δήμαρχος, στο όνομα της πόλης του, είπε τα λόγια του αποχαιρετισμού και απάντησα, μέσα στην ανυπομονησία του γενναίου αλόγου, με ένα λόγο κατάλληλο, όπου αδελφοποίησα την Ελλάδα με τη Γαλλία. «Ζήτω η Γαλλία»  απάντησαν εκατό φωνές που αναπαράχθηκαν από την ηχώ των βουνών. «Ζήτω η Ελλάς» φώναξα κουνώντας το καπέλο μου και το ασυγκράτητο άλογο εκτινάχθηκε με χαμηλωμένο κεφάλι ανάμεσα στα χαλίκια,  με χί-λια χοροπηδήματα, στα οποία πιστοποιούταν το σθένος των γαλλικών του συμπαθειών.



Ζ. ΚΛΕΜΑΝΣΩ



(μετάφραση Δέσποινα Σκορδά)